πολιορκία

Σύνολο των επιχειρήσεων που γίνονται γύρω από μια οχυρή θέση, με σκοπό την άμεση κατάληψή της ή τον εξαναγκασμό της σε παράδοση. Μια π. απαιτεί τη χρήση όπλων, κατάλληλου υλικού και προπαρασκευές, εκτός από τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την πλήρη απομόνωση της πολιορκούμενης θέσης, ώστε να εμποδιστεί η φρουρά της να δεχτεί βοήθεια από έξω και να επιχειρήσει έξοδο. Η πολιορκητική τέχνη είναι αρχαιότατη: αναπτύχθηκε από τους Ασσυρίους και τελειοποιήθηκε από τους Καρχηδονίους και τους Έλληνες, οι οποίοι επινόησαν διάφορα όργανα για τη συντριβή της άμυνας. Στην κλασική αρχαιότητα υπήρξε περίφημος για την ικανότητα του στις π. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Δημήτριος A΄, που για το λόγο αυτόν ονομάστηκε Πολιορκητής. Την πολιορκητική τέχνη τελειοποίησαν αργότερα οι Ρωμαίοι και κυρίως ο Ιούλιος Καίσαρ, του οποίου έμεινε περίφημη η π. της Αλεσίας (52 π.Χ.) στη Γαλατία. Για την π. μιας πόλης οι Ρωμαίοι κατά κανόνα έσκαβαν μια τάφρο (vallum), με την οποία περιέκλειαν ολόκληρο τον συνοικισμό και, στις πιο κατάλληλες θέσεις κατασκεύαζαν αναχώματα ή μεγάλα χαρακώματα, όπου εγκαθιστούσαν τις πολιορκητικές μηχανές (καταπέλτες, βαλλίστρες κλπ.)· μερικές φορές έσκαβαν δεύτερη τάφρο, έξω από την πρώτη, για να εμποδίσουν πιθανές επιθέσεις από μέρους των στρατευμάτων που θα έρχονταν να βοηθήσουν την πολιορκημένη πόλη. Πάνω στα αναχώματα έστηναν ψηλούς ξύλινους πύργους, στην κορυφή των οποίων στέκονταν οι τοξότες ενώ στη βάση τους τοποθετούσαν τους κριούς. Οι διάφορες πολιορκητικές μηχανές που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι, με διαφορετικά ονόματα όμως, έμειναν σχεδόν αμετάβλητες κατά τον Μεσαίωνα, μέχρι την εφεύρεση της πυρίτιδας και τη μετέπειτα χρήση του πυροβόλου, που εγκαινιάστηκε περίπου το 1340. Με την τελειοποίηση του πυροβόλου οι αμυνόμενοι έχασαν το πλεονέκτημα που είχαν ως τότε εναντίον των επιτιθεμένων: αυτό επέφερε σημαντική μεταβολή στα φρούρια. Η χρήση των πυροβόλων και των εκρηκτικών υλών περιόρισε πολύ, σε σύγκριση με το παρελθόν, τη δυνατότητα των πολιορκούμενων για πολύχρονη αντίσταση. Εφόσον το κανόνι κατόρθωσε να κατάστρεφει από μακριά τα αμυντικά τείχη, ήταν δυνατό να περιοριστούν όλες οι μακρές προετοιμασίες για το πλησίασμα και να επιχειρηθεί η κατευθείαν επίθεση, με τη χρησιμοποίηση μόνο στοών που ένωναν τα χαρακώματα για την προστασία από τα βλήματα των πολιορκουμένων. Σημαντική ώθηση στις νέες μεθόδους της πολιορκητικής τέχνης έδωσε ο Σεβαστιανός Λε Πρεστ, μαρκήσιος του Βομπάν (1633-1707), στρατιωτικός μηχανικός του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Περίφημη π. της εποχής εκείνης ήταν η π. του Tορίνο το 1706 από το στρατό του Λουδοβίκου ΙΔ΄ κατά τη διάρκεια του πολέμου της ισπανικής διαδοχής. Ο Ναπολέων μείωσε ακόμα περισσότερο τη σημασία των φρουρίων, γιατί επιζητούσε πάντοτε να συναντά τον εχθρικό στρατό και να τον νικά σε ανοιχτό πεδίο. Μετά τα μέσα του 19ου αι. κατακτήθηκαν με π. η Σεβαστούπολη (1855, Κριμαϊκός πόλεμος), το Παρίσι (1870, Γαλλοπρωσικός πόλεμος) και το Πόρτ Άρθουρ (1904, Ρωσοϊαπωνικός πόλεμος)· στην τελευταία περίπτωση η π. συμπληρώθηκε με ναυτικό αποκλεισμό, επιχείρηση που πρέπει πάντοτε να γίνεται για να είναι αποτελεσματική η π. ενός παραλίου φρουρίου. Η πολιορκία της Ρόδου από τους Τούρκους: πίνακας ανώνυμου Γάλλου ζωγράφου του 15ου αιώνα. Η πόλη, αν και είχε πολιορκηθεί από την ξηρά και αποκλειστεί από τη θάλασσα, κατόρθωσε να αντισταθεί νικηφόρα στις επιθέσεις του Μωάμεθ B’. (Επερναί, Μουσείο Καλών Τεχνών)
* * *
η, ΝΜΑ, ιων. τ. πολιορκίη, Α [πολιορκώ]
1. ο αποκλεισμός μιας οχυρωμένης θέσης από πολεμικές δυνάμεις με σκοπό την κατάληψή της
2. φορτική ενόχληση
νεοελλ.
1. συνωστισμός πλήθους γύρω από έναν τόπο
2. φρ. α) «κατάσταση πολιορκίας» — κατάσταση εξαιρετικού κινδύνου τής εδαφικής ακεραιότητας, τής εθνικής ασφάλειας ή τού πολιτεύματος, λόγω τής οποίας αναστέλλονται, βάσει τού Συντάγματος, οι θεμελιώδεις περί ατομικών δικαιωμάτων και περί τακτικών δικαστηρίων συνταγματικές διατάξεις
β) «ερωτική πολιορκία» — διαρκής παρακολούθηση και ενόχληση προσώπου από κάποιον, που επιθυμεί να δημιουργήσει μαζί του ερωτικές σχέσεις.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πολιορκία — πολιορκίᾱ , πολιορκία siege of a city fem nom/voc/acc dual πολιορκίᾱ , πολιορκία siege of a city fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκίᾳ — πολιορκίαι , πολιορκία siege of a city fem nom/voc pl πολιορκίᾱͅ , πολιορκία siege of a city fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκία — [полиоркиа] ουσ. Θ. осада …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πολιορκία — η αποκλεισμός πόλης ή φρουρίου με σκοπό την κατάληψή του: Η χώρα κηρύχτηκε σε κατάσταση πολιορκίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μάλτας πολιορκία — Ποίημα του Αντώνιου Aχέλη, έργο του 16ου αι. Βλ. λ. Αχέλης, Αντώνιος …   Dictionary of Greek

  • πολιορκίας — πολιορκίᾱς , πολιορκία siege of a city fem acc pl πολιορκίᾱς , πολιορκία siege of a city fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκίαι — πολιορκία siege of a city fem nom/voc pl πολιορκίᾱͅ , πολιορκία siege of a city fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιορκίαν — πολιορκίᾱν , πολιορκία siege of a city fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ОСАДА —    • Πολιορκία.          Живописное описание О. города в героическое время дает нам «Илиада». Осаждающие располагались лагерем перед городом, осажденные выходили утром за стены и сражались в поединках с переменным счастьем, а вечером снова… …   Реальный словарь классических древностей

  • πολιορκιῶν — πολιορκία siege of a city fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.